ΚΡΑΤΗΣΗ
MENU

Αρχές του 20ού αιώνα

H ναυτιλία, το εμπόριο και η βιομηχανία έλκουν στον Πειραιά χιλιάδες εργατικά χέρια. Λίγα χρόνια αργότερα, εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής, εγκαθίσταται στην περιοχή πλήθος προσφύγων και ο Πειραιάς εξελίσσεται γρήγορα στο μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της Ελλάδας.

1920: Ο Θανάσης Βασίλαινας και η σύντροφός του κυρα-Ειρήνη Θρονίστα στήνουν το μπακάλικό τους σε ένα σοκάκι της Αγιάς Σοφιάς, όπου πωλούν και ρετσίνα δικής τους παραγωγής, από τα Μέγαρα. Συνοδευτικά σερβίρουν και μερικούς απλούς μεζέδες, για να μην την πίνουν ξεροσφύρι οι πελάτες. Λίγο αργότερα ο Θανάσης Βασίλαινας συλλαμβάνει μια πρωτότυπη επιχειρηματική ιδέα.

Ο Παπαστράτος, ο Μποδοσάκης, ο Μυτιληναίος και πολλοί άλλοι επιχειρηματίες έχουν διαλέξει τον Πειραιά για τα εργοστάσιά τους και απασχολούν χιλιάδες εργάτες. Στην ευρύτερη περιοχή έντονη είναι και η ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα. Ο Θανάσης Βασίλαινας σκέφτεται έξυπνα: Προτείνει στους εργοστασιάρχες προπληρωμένα γεύματα για τους εργάτες τους, τα οποία παραδίδονται έτοιμα στην κάθε επιχείρηση. Ένα πρωτόλειο μενού ημέρας 2-3 διαφορετικών πιάτων, σε συνδυασμό με delivery! Το μικρό ταβερνάκι γίνεται επιχείρηση.

next

1928: Ένα απρόσμενο κοινό αρχίζει να συχνάζει στον «Βασίλαινα» και το εστιατόριο καθιερώνει επίσημα το πρώτο μενού γευσιγνωσίας στην Ελλάδα, το οποίο την εποχή εκείνη ονομάζεται table d’hôte.

Οι εργοστασιάρχες, οι καπεταναίοι και οι έμποροι του Πειραιά ζηλεύουν τις γεύσεις που προσφέρει το εστιατόριο στους εργάτες και διεκδικούν το «δικαίωμα» να τις απολαμβάνουν και οι ίδιοι στο τέλος της μέρας.

Έτσι, ο «Βασίλαινας» αρχίζει να λειτουργεί και βράδυ, χωρίς να αλλάξει τη φιλοσοφία του: Οι πελάτες δεν έχουν τη δυνατότητα να παραγγείλουν à la carte· τους προσφέρεται μόνο το προκαθορισμένο μενού, το οποίο σταδιακά εμπλουτίζεται. Εκτός από τα ψάρια και τα θαλασσινά, που αποτελούν τη βάση του, προστίθενται με τόλμη κοτόπουλο, λουκάνικα, ντολμάδες και ποικίλες άλλες γεύσεις.

next

[μπορούμε να βρούμε ένα μενού της εποχής;]

1947: Ο μύθος ξεκινά

Ο γόης του κινηματογράφου Τάιρον Πάουερ και η παρέα του περνούν ένα υπέροχο βράδυ στο εστιατόριο και αυτό αρκεί, για να ενταχθεί ο «Βασίλαινας» στο hall of fame της νυχτερινής ζωής της μεταπολεμικής Αθήνας.

Πολιτικοί, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι γευματίζουν χωρίς προνομιακή μεταχείριση πλάι-πλάι με απλούς ανθρώπους. Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιώργος Σεφέρης, Στράτης Μυριβήλης, Ουίνστον Τσόρτσιλ, Ελία Καζάν, Γκρέτα Γκάρμπο και δεκάδες άλλοι παρελαύνουν από τα τραπέζια του εστιατορίου και αφήνουν κολακευτικά σχόλια στο βιβλίο εντυπώσεων. Καθώς οι γεύσεις εξακολουθούν να «επιβάλλονται» αδιαπραγμάτευτα σε όλους τους πελάτες, ο Μυριβήλης αποκαλεί τον Βασίλαινα το 1957 «δικτάτορα του καλού γούστου των μερακλήδων φαγάδων»!

Ο «Βασίλαινας» δεν είναι πια μόνο χώρος γαστρονομικής απόλαυσης, αλλά και αγαπημένο σημείο συνάντησης επωνύμων. «Με τόσους ανθρώπους του πνεύματος, έμοιαζε περισσότερο με πολιτιστικό κέντρο παρά με εστιατόριο», λέει ο εγγονός Θανάσης και σημερινός ιδιοκτήτης.

next


  • 1962: Ο Βασίλαινας αποβιώνει και το τιμόνι του εστιατορίου αναλαμβάνει ο γιος του Γιώργος, χημικός μηχανικός, που αρχίζει να εφαρμόζει τις επιστημονικές του γνώσεις στην τέχνη της κουζίνας.

Μια καινούργια αρχή! Τις επόμενες δεκαετίες ο «Βασίλαινας» καθιερώνεται ως ένα από τα απόλυτα γαστρονομικά και κοσμικά hot spots της Αθήνας. Ο χώρος ανακαινίζεται και μετατρέπεται σε αστικό εστιατόριο με στοιχεία ρετρό. Ο Γιώργος Βασίλαινας πειραματίζεται και εισάγει νέα –πρωτοποριακά για την εποχή τους– πιάτα, όπως την περίφημη γαριδοσαλάτα με σως μουστάρδας και τον κολιό στην κατσαρόλα.

Αξιωματούχοι και διασημότητες εξακολουθούν να συρρέουν: Άραβες, Κινέζοι και Γάλλοι διπλωμάτες, τα μπαλέτα Μπαλσόι, Αμερικανοί αξιωματικοί του 6ου Στόλου και θαμώνες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, η Ειρήνη Παππά και ο Κώστας Μουρσελάς. Ένας μικρός ΟΗΕ! Αλλά και χιλιάδες ανώνυμοι, διαχρονικά πιστοί φίλοι του, που αποτελούν την ψυχή του εστιατορίου.

Κοσμικό όμως δεν σήμαινε ποτέ χλιδάτο για τον «Βασίλαινα». Διακρίσεις μεταξύ των πελατών δεν έχουν θέση: Όλοι απολαμβάνουν τις ίδιες γεύσεις και δέχονται την ίδια περιποίηση.

Το μενού, πάντα προκαθορισμένο, περιλαμβάνει πια μια ατελείωτη αλληλουχία από δεκάδες πιάτα –αριθμούσε 35 κάποια εποχή!–, που καταφτάνουν το ένα μετά το άλλο στο κάθε τραπέζι. Το προσωπικό αφιερώνει πολλές ώρες στην προετοιμασία, ενώ η κατανάλωσή τους διαρκεί τουλάχιστον 2-3 ώρες.

[Χαρακτηριστικό set menu του Βασίλαινα τη δεκαετία του 1970]

  • 2004: Ο «Βασίλαινας» κλείνει με τον θάνατο του δεύτερου ιδιοκτήτη του, Γιώργου.
  • 2005: Ο εγγονός Θανάσης δίνει νέα πνοή στον «Βασίλαινα».

Με σπουδές οικονομικών στην Ελλάδα και τη Γαλλία, ο Θανάσης έχει περάσει τα παιδικά του χρόνια στην κουζίνα του πατέρα του και έχει την εστίαση στο DNA του. Το εστιατόριο ανακαινίζεται εκ νέου και στήνεται με βάση τις αρχές ενός σύγχρονου χώρου εστίασης, διατηρώντας ταυτόχρονα τη γαστρονομική παράδοση και τη φιλοσοφία των προηγούμενων δεκαετιών. Ο Θανάσης εστιάζει στη δημιουργική ελληνική κουζίνα και δίνει οινικό προσανατολισμό στο εστιατόριο, «χτίζοντας» μια ισχυρή κάβα με ετικέτες κυρίως του ελληνικού αμπελώνα. Κρατά το menu dégustation (με λιγότερα πιάτα, συμβαδίζοντας με τις διατροφικές τάσεις της εποχής), την προσήλωση στις άριστες πρώτες ύλες και την άψογη εξυπηρέτηση. Η σκυτάλη έχει δοθεί επιτυχώς στην τρίτη γενιά και το εστιατόριο βραβεύεται ανελλιπώς κάθε χρόνο! Εντωμεταξύ, η τέταρτη γενιά παίρνει σιγά-σιγά τη σειρά της…

  • 2016: Ο «Βασίλαινας» παίρνει την ιστορική απόφαση να μετακομίσει από την Αγιά Σοφιά στο κέντρο της Αθήνας, πίσω από το Hilton, στο κτήριο της οδού Βρασίδα 13, όπου μέχρι πρότινος στεγαζόταν το εστιατόριο «Αλάτσι» με τη δική του ξεχωριστή ιστορία και ακόμη πιο παλιά το θρυλικό ζαχαροπλαστείο «Delice».

Η δύσκολη αυτή απόφαση ήταν απόρροια της ανάγκης να μεταφερθεί το εστιατόριο σε έναν χώρο που να ανταποκρίνεται περισσότερο στο σημερινό του πρόσωπο, επιτρέποντάς του παράλληλα να αναπτύξει όλο του το δυναμικό. Άλλωστε, και η Αγιά Σοφιά έχει πια αλλάξει…

Ο χώρος ανακαινίζεται εκ βάθρων. Ο σχεδιασμός ανατίθεται στους διακεκριμένους αρχιτέκτονες Μαρία Κοκκίνου και Ανδρέα Κούρκουλα. Με σημαντικές δημιουργίες στο βιογραφικό τους, όπως το Μουσείο Μπενάκη επί της οδού Πειραιώς, φέρνουν σε πέρας το έργο τους με ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό τόσο στοv περιβάλλοντα χώρο όσο και στην ιστορία του «Βασίλαινα». Στη νέα μας διεύθυνση, δίπλα στις αιώνιες αθηναϊκές νεραντζιές της οδού Βρασίδα, φιλοδοξούμε να γιορτάσουμε σύντομα τα εκατοστά μας γενέθλια!

top